Αρχική

Παιδικό Ανθολόγιο

Σχολιάστε

Το Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού περιλαμβάνει μεταξύ άλλων στην ψηφιακή βιβλιοθήκη του ένα Ανθολόγιο Παιδικής Λογοτεχνίας και Παράδοσης, σε ηλεκτρονική μορφή.

Η αρχική ταξινόμηση είναι ανά κατηγορία ενώ κάτω από τον τίτλο του κάθε κειμένου δηλώνεται η προέλευσή του.

Ομιλούντα βιβλία ξένης λογοτεχνίας

Σχολιάστε

Κλείστε τα μάτια κι ακούστε κάποιον να σας διαβάζει ένα βιβλίο ξένης λογοτεχνίας!

Ο ξένος: εικόνες του άλλου στη λογοτεχνία

Σχολιάστε

Στην ιστοσελίδα του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου μπορείτε να βρείτε έναν φάκελο με ποικίλο υλικό και δραστηριότητες για τους μαθητές με θέμα τον Ξένο, τον Άλλο που μας γεννά αισθήματα ρατσισμού, ξενοφοβίας και αποκλεισμού. Στόχος του προγράμματος είναι να συζητήσουμε ειλικρινά και σε βάθος το ζήτημα αυτό με τους μαθητές. Εν τέλει, αυτό το αλλόκοτο «τέρας», ο ξένος είναι μέσα μας. Τρέφεται με πανάρχαιους μύθους -προφορικούς και γραπτούς- και διαλύεται, αν επιχειρήσουμε την αποδόμησή τους.

Το κεντρικό σημείο του φακέλου για τον ξένο είναι οι δραστηριότητες που είναι οργανωμένες σε τρία μέρη:
Στάδιο Α΄: Οι λέξεις και τα πράγματα: εντοπίζουμε τον ξένο στη γλώσσα, την ιστορία, την κοινωνία
Στάδιο Β΄: Εντοπίζουμε τον ξένο στη λογοτεχνία
Στάδιο Γ΄: Γράφουμε για τον ξένο

Σώπα, δάσκαλε, ν’ ακούσουμε το πουλί!

Σχολιάστε

Στην Τρίτη τάξη είχαμε δάσκαλο τον Περίανδρο Κρασάκη. Αυτός είχε μανία με την καθαριότητα. Κάθε μέρα επιθεωρούσε τα χέρια μας, τα αυτιά μας, τη μύτη, τα δόντια, τα νύχια. Δεν έδερνε, δεν παρακαλούσε, μα έλεγε:

Ζώα, αν δεν πλένεστε κάθε μέρα με σαπούνι, δε θα γίνετε ποτέ σας ανθρώποι. Τι θα πει μαθές άνθρωπος; Αυτός που πλένεται με σαπούνι. Τα μυαλό δε φτάνει, κακομοίρηδες, χρειάζεται και σαπούνι. Πώς θα παρουσιαστείτε στο Θεό με τέτοια χέρια; Πηγαίνετε έξω στην αυλή να πλυθείτε.

Ώρες μας έπαιρνε τ’ αυτιά ποια φωνήεντα είναι μακρά, ποια βραχέα και τι τόνο να βάλουμε, οξεία ή περισπωμένη. Κι εμείς ακούγαμε τις φωνές στο δρόμο, τους μανάβηδες, τους κουλουρτζήδες, τα γαϊδουράκια που γκάριζαν και τις γειτόνισσες που γελούσαν και περιμέναμε πότε να χτυπήσει το κουδούνι, να γλιτώσουμε. Κοιτάζαμε το δάσκαλο να ιδρώνει απάνω στην έδρα, να λέει, να ξαναλέει και να θέλει να καρφώσει στο μυαλό μας τη γραμματική, μα ο νους μας ήταν έξω στον ήλιο και στον πετροπόλεμο. Γιατί πολύ αγαπούσαμε τον πετροπόλεμο και συχνά πηγαίναμε στο σκολειό με το κεφάλι σπασμένο.

Μια μέρα, ήταν άνοιξη, χαρά Θεού, τα παράθυρα ήταν ανοιχτά κι έμπαινε η μυρωδιά από μιαν ανθισμένη μανταρινιά στο αντικρινό σπίτι. Το μυαλό μας είχε γίνει κι αυτό ανθισμένη μανταρινιά και δεν μπορούσαμε πια ν’ ακούμε για οξείες και περισπωμένες. Κι ίσια ίσια ένα πουλί είχε καθίσει στο πλατάνι της αυλής του σκολειού και κελαηδούσε. Τότε πια ένας μαθητής, χλωμός, κοκκινομάλλης, που ’χε έρθει εφέτο από το χωριό, Νικολιό τον έλεγαν, δε βάσταξε, σήκωσε το δάχτυλο:

Σώπα, δάσκαλε, φώναξε. Σώπα, δάσκαλε, ν’ ακούσουμε το πουλί!

(από το μυθιστόρημα του Νίκου Καζαντζάκη «Αναφορά στον Γκρέκο»)

«Το χρώμα του φεγγαριού», Αλκυόνη Παπαδάκη

Σχολιάστε

Πολύ συχνά τις Κυριακές ο Φώτης έπαιρνε το μονοπάτι του λόφου, κι ανέβαινε ψηλά, στη ρίζα του βουνού. Πήγαινε στο σπιτάκι του γερο-Γεδεών.

Ο γέρος αγαπούσε πολύ το παιδί. Του δάνειζε βιβλία, του μιλούσε για τον άνθρωπο, για τη ζωή, για τις μεγάλες πολιτείες.

Ο Φώτης ήταν ο μοναδικός του φίλος. Ήτανε βέβαια κι οι τέσσερις καρδερίνες στο κλουβί. Ήτανε και τ’ αγριοπούλια που τους έριχνε ψίχουλα στην αυλή και τους γέμιζε κύπελλα με νερό. Μα το παιδί είχε άλλη χάρη!

Ο γερο-Γεδεών! Με κείνα τα μάτια του τα σκούρα μπλε. Δυο τρελές θάλασσες που περίμεναν χορεύοντας το ξημέρωμα.

– Μα πώς έμεινες τόσο μόνος, απορούσε το παιδί.

– Τι μόνος… Έχω τις σκέψεις μου. Έχω τις τριανταφυλλιές. Τις καρδερίνες! Έχω εσένα, τον ακριβό μου φίλο… Από μια τρυπίτσα περνά όλη η αγάπη του κόσμου, παλικάρι. Όπως η κλωστή από το μάτι της βελόνας. Μόνος του ξέρεις ποιος είναι; Αυτός που αποθηκιάζει μέσα του την ερημιά. Δε βαριέσαι… Το χειρότερο είναι να μουρμουρίζεις. Να τρέχει από τα χείλια σου χολή. Τρώγε τη μερίδα σου με κέφι, χωρίς να βρωμίζεις τον τόπο που κάθεσαι. Πίνε το πιοτό σου με ρέγουλα, και λέγε, πού ξέρεις, είναι τόσα τα όμορφα πράγματα που μπορεί να σου συμβούν κάθε στιγμή!

– Μα είναι μερικοί άνθρωποι που έχουν πολλά βάσανα. Βλέπω τη μάνα μου, τη γιαγιά μου.

– Οι πίκρες είναι περισσότερες. Μα να σου πω κάτι; Υπάρχουν χιλιάδες κοχύλια στ’ ακρογιάλια. Πρέπει να ψάξεις για να τα βρεις. Εγώ, είμαι εβδομήντα χρονώ. Μπορεί και παραπάνω. Τι σημασία έχει; Δεν ξέρω πολλά πράγματα για τον κόσμο, μη νομίζεις. Κι ακόμα λιγότερα ξέρω για τον εαυτό μου. Ψάχνω όμως. Μια ζωή δε με φτάνει για να χορτάσω το ψάξιμο…

– Είσαι τυχερός που έζησες τόσα χρόνια.

– Και ποιος σου είπε πως μετράνε τα χρόνια, φίλε; Οι στιγμές μετράνε. Οι στιγμές. Ό,τι ζεις κάθε στιγμή, ό,τι ζούμε.

– Δε φοβάσαι που θα πεθάνεις;

– Σήμερα πάντως ζω. Ξέρεις πόσο σπουδαίο είναι αυτό; Τώρα είμαστε μαζί! Σου σφίγγω τα χέρια, σε κοιτάζω στα μάτια. Μην αφήνεις ποτέ σου το σήμερα να μαραίνεται. Μην αφήνεις τη ζωή να χάνεται σαν την άμμο μέσα από τα δάχτυλά σου. Ζήσε. Κατάλαβες; Ζήσε! Μη βάζεις το Σήμερα ενέχυρο σ’ αυτό που εννοούνε μερικοί μουχλιασμένοι Αύριο. Το Σήμερα είναι δικό σου, φίλε. Αγάπησέ το.

……………………………………………………………………………………………………………………………………………

– Γιατί τα κάνει όλα αυτά ο Πέτρος; ρωτούσε μια Κυριακή το γερο-Γεδεών ο Φώτης. Είναι κακός;

– Μην κολλάς ταμπέλες, φίλε μου, στη ράχη των ανθρώπων. Είναι μερικοί που έχουν μέσα τους κακοφορμισμένες πληγές. Πλησίασέ τους. Μην τους ψηλαφάς.

– Τον αγαπώ τον αδερφό μου. Έκλεψε το μηχανάκι για να πειράξει τη μάνα που έφερε το θείο Θόδωρο να τον δείρει. Δεν είναι κλέφτης.

– Πληγώθηκε. Δίνε το χέρι σου στον άλλο χωρίς να κρίνεις. Κάνε του λίγο χώρο μέσα σου να ξαποστάσει. Να πιει μια γουλιά νερό. Σ’ αυτό τον κόσμο, παλικάρι, όλοι έχουμε μερίδιο σε όλα. Μερίδιο στη χαρά, στα λάθη, στην απόγνωση. Κι εσύ, θα ‘ρθουν φορές που θα τα κάνεις θάλασσα στη ζωή σου. Ε! Δε θα σημάνει ποτέ γι’ αυτό το τέλος του κόσμου! Εγώ είμαι γέρος, κι όμως ακόμα κάποιες φορές τα κάνω θάλασσα. Δε βγαίνει με συνταγές η ζωή. Άντε στην υγειά σου! Απόψε βλέπω το τραβάς κι εσύ! Μεγάλωσες, Φώτη!

– Και πότε έζησα σαν μικρός εγώ; Γεννήθηκα μεγάλος, Γεδεών!

– Άκου να δεις! Αν δε χτυπούσανε τα κύματα εκείνους τους βράχους στ’ ακροθαλάσσι, δε θα καμάρωνες το σχήμα τους. Έτσι δεν είναι; Στοιχίζει ακριβά η πείρα, αγόρι μου. Στοιχίζει πανάκριβα η σοφία της ψυχής. Γιατί η σοφία του μυαλού είναι άλλο πράμα. Την αποκτά κανείς με τη γνώση. Τούτη δω που σου λέω, η σοφία της ψυχής, αποκτιέται μόνο με πόνο. Κάποιες στιγμές αναρωτιέμαι αν αξίζει τον κόπο. Δεν ξέρω. Άντε βάλε τσίπουρο. Σαν το νερό πάει το άτιμο… Κάποτε πίστεψα κι εγώ όπως και πολλοί άλλοι, πως θα ΄φτιαχνα από την αρχή τον κόσμο. Τα ‘δωσα όλα. Δεν κράτησα ούτ’ ένα ψίχουλο για τον εαυτό μου. Γιατί έτσι είμαι γω, π’ ανάθεμά με. Ή αδειάζω το ποτήρι μου ή δεν το λερώνω καθόλου. Δεν έγινε τίποτα. Ο κόσμος στο χειρότερο πάει. Και ξέρεις ποιο είναι το παράξενο; Δεν αισθάνομαι χαμένος. Προδομένος. Προσωπική υπόθεση, φίλε, η δικαίωση. Καθένας χαράσσει με το σουγιαδάκι του ένα σήμα στο δέντρο της ζωής. Είναι μερικοί, που χαράσσοντας αυτό το σήμα, τους ξεφεύγει το μαχαίρι και πληγώνονται. Είναι γιατί ήταν πολύ παθιασμένοι κείνη τη στιγμή. Είναι γιατί τρέμανε τα χέρια τους από τα πολλά όνειρα. Είναι γιατί τα μάτια τους είχαν θαμπωθεί από την ομορφιά του κόσμου. Ε! Δεν έπαψε η γη να γυρίζει, ε;

……………………………………………………………………………………………………………………………………………

Τι χρώμα έχει η λύπη; Ρώτησε το αστέρι την κερασιά και παραπάτησε στο ξέφτι κάποιου σύννεφου που περνούσε βιαστικά. Δεν άκουσες; Σε ρώτησα τι χρώμα έχει η λύπη;

Έχει το χρώμα που παίρνει η θάλασσα την ώρα που γέρνει ο ήλιος στην αγκαλιά της. Ένα βαθύ άγριο μπλε.

Τι χρώμα έχουν τα όνειρα;

Τα όνειρα; Τα όνειρα έχουν το χρώμα του δειλινού.

Τι χρώμα έχει η χαρά;

Το χρώμα του μεσημεριού, αστεράκι μου.

Και η μοναξιά;

Η μοναξιά έχει χρώμα μενεξελί.

Τι όμορφα που είναι τα χρώματα! Θα σου χαρίσω ένα ουράνιο τόξο, να το ρίχνεις επάνω σου όταν κρυώνεις.

Το αστέρι έκλεισε τα μάτια του και ακούμπησε στο φράχτη. Έμεινε κάμποσο εκεί και ξεκουράστηκε.

Και η αγάπη; Ξέχασα να σε ρωτήσω, τι χρώμα έχει η αγάπη;

Το χρώμα που έχουν τα μάτια του Θεού, απάντησε το δέντρο.

Τι χρώμα έχει ο έρωτας;

Ο έρωτας έχει το χρώμα του φεγγαριού, όταν είναι πανσέληνος.

Έτσι, ε; Ο έρωτας έχει το χρώμα του φεγγαριού, είπε τ’ αστέρι…

Κοίταξε μακριά στο κενό… και δάκρυσε…

Αλκυόνη Παπαδάκη, 1995

Le Petit Prince, «Μόνο με την καρδιά βλέπεις καλά»

Σχολιάστε

Και τότε εμφανίστηκε η αλεπού.

«Καλημέρα» είπε η αλεπού.

«Καλημέρα» είπε ευγενικά ο μικρός πρίγκιπας, που γύρισε αλλά δεν είδε τίποτα.

«Εδώ είμαι» είπε η φωνή, «κάτω απ’ τη μηλιά…»

«Τι είσαι εσύ;» είπε ο μικρός πρίγκιπας. «Είσαι πολύ όμορφη…»

«Είμαι μια αλεπού» είπε η αλεπού.

«Έλα να παίξουμε» της πρότεινε ο μικρός πρίγκιπας. «Είμαι πολύ λυπημένος…»

«Δεν μπορώ να παίξω μαζί σου» είπε η αλεπού. «Δεν είμαι εξημερωμένη».

«Α, συγγνώμη!» έκανε ο μικρός πρίγκιπας.

Μα, αφού το σκέφτηκε, πρόσθεσε:

«Τι θα πει «εξημερωμένη»;»

«Δεν είσαι από δω» είπε η αλεπού. «Ψάχνεις για κάτι;»

«Ψάχνω για τους ανθρώπους» είπε ο μικρός πρίγκιπας. «Τι θα πει «εξημερωμένη»;»

«Οι άνθρωποι» είπε η αλεπού «έχουν τουφέκια και κυνηγούν. Φοβερό πράγμα. Εκτρέφουν όμως και κότες. Είναι το μόνο τους καλό. Ψάχνεις για κότες;»

«Όχι» είπε ο μικρός πρίγκιπας. «Ψάχνω για φίλους. Τι θα πει «εξημερωμένη»;»

«Είναι κάτι που έχει ξεχαστεί από καιρό» είπε η αλεπού. «Θα πει «να κάνεις δεσμούς»…»

«Να κάνεις δεσμούς;»

«Ασφαλώς» είπε η αλεπού. «Για μένα είσαι ως τώρα μονάχα ένα μικρό αγόρι, ίδιο κι απαράλλαχτο με εκατό χιλιάδες άλλα μικρά αγόρια. Και δε σ’ έχω ανάγκη. Ούτε κι εσύ με έχεις ανάγκη. Για σένα δεν είμαι παρά μια αλεπού, ίδια με άλλες εκατό χιλιάδες αλεπούδες. Αν όμως με εξημερώσεις, θα έχουμε ανάγκη ο ένας τον άλλο. Θα είσαι για μένα μοναδικός στον κόσμο. Θα είμαι για σένα μοναδική στον κόσμο…»

«Αρχίζω να καταλαβαίνω» είπε ο μικρός πρίγκιπας. «Υπάρχει κάποιο λουλούδι… νομίζω ότι μ’ έχει εξημερώσει…»

«Δεν αποκλείεται» είπε η αλεπού. «Βλέπει κανείς σ’ αυτή τη Γη τόσα και τόσα…»

«Α, μα δεν είναι στη Γη!» είπε ο μικρός πρίγκιπας.

Η αλεπού φάνηκε να παραξενεύεται:

«Σε άλλον πλανήτη;»

«Ναι».

«Υπάρχουν κυνηγοί στον πλανήτη αυτόν;»

«Όχι».

«Ενδιαφέρον αυτό! Κότες;»

«Ούτε».

«Τίποτα δεν είναι τέλειο» αναστέναξε η αλεπού.

Η αλεπού όμως ξανάπιασε την αρχική της σκέψη:

«Η ζωή μου είναι μονότονη. Κυνηγάω κότες, με κυνηγάνε οι άνθρωποι, Όλες οι κότες μοιάζουν κι όλοι οι άνθρωποι μοιάζουν. Κάπως βαριέμαι λοιπόν. Αν όμως μ’ εξημερώσεις, η ζωή μου θα λάμψει. Θα αναγνωρίζω έναν ήχο βημάτων αλλιώτικο απ’ όλους τους άλλους. Τα βήματα των άλλων με κάνουν και χώνομαι στη γη. Τα δικά σου θα με καλούν έξω απ’ τη γη, σαν να ‘ναι μουσική. Ύστερα δες! Να, κάτω εκεί, βλέπεις εκείνα τα σπαρμένα χωράφια; Εγώ δεν τρώω ψωμί. Το στάρι δε μου χρειάζεται. Τα στάχυα στα χωράφια δε μου θυμίζουν τίποτα. Κρίμα, ε! Εσύ όμως έχεις χρυσαφένια μαλλιά. Έτσι, θα είναι υπέροχα όταν μ’ εξημερώσεις! Το χρυσαφένιο στάρι θα μου θυμίζει εσένα. Και θ’ αγαπάω τη βουή του ανέμου μες στα στάχυα».

Η αλεπού σώπασε και κοίταξε κάμποση ώρα τον μικρό πρίγκιπα.

«Σε παρακαλώ… εξημέρωσε με!» είπε.

«Θα το ‘θελα πολύ» απάντησε ο μικρός πρίγκιπας, «αλλά δεν έχω πολύ καιρό. Έχω ν’ ανακαλύψω φίλους και να μάθω πολλά».

«Δε μαθαίνεις παρά τα πράγματα που εξημερώνεις» είπε η αλεπού. «Οι άνθρωποι δεν έχουν πια καιρό να γνωρίσουν τίποτα. Όλα τα παίρνουν έτοιμα από τα μαγαζιά. Αφού όμως δεν υπάρχουν μαγαζιά που να πουλάνε φίλους, οι άνθρωποι δεν έχουν φίλους. Αν θέλεις έναν φίλο, εξημέρωσέ με!»

«Τι πρέπει να κάνω;» είπε ο μικρός πρίγκιπας.

«Πρέπει να έχεις μεγάλη υπομονή» απάντησε η αλεπού. «Θα κάτσεις πρώτα λίγο μακριά μου, έτσι, στο χορτάρι. Θα σε κοιτάω με την άκρη του ματιού και δε θα βγάλεις άχνα. Τα λόγια είναι που δημιουργούν τις παρεξηγήσεις. Κάθε μέρα όμως, θα μπορείς να κάθεσαι και λιγάκι πιο κοντά…»

le-petit-prince-renard

Την άλλη μέρα ξανάρθε ο μικρός πρίγκιπας.

«Θα ήταν καλύτερα να έρχεσαι πάντα την ίδια ώρα» είπε η αλεπού. «Αν έρχεσαι, ας πούμε, στις τέσσερις το απόγευμα, από τις τρεις θ’ αρχίζω να ‘μαι ευτυχισμένη. Όσο θα περνά η ώρα, τόσο θα νιώθω ευτυχισμένη. Στις τέσσερις πια, θα πηγαινοέρχομαι και θ’ ανησυχώ. Θ’ ανακαλύψω την αξία της ευτυχίας! Αν όμως έρχεσαι όποτε να ‘ναι, δε θα ξέρω πότε ακριβώς να αρχίσω να καρδιοχτυπώ… Χρειάζεται τελετουργία».

«Τι θα πει «τελετουργία»;» είπε ο μικρός πρίγκιπας.

«Είναι κι αυτό κάτι που έχει ξεχαστεί» είπε η αλεπού. «Είναι αυτό που κάνει τη μια μέρα να διαφέρει από την άλλη, τη μια ώρα από την άλλη. Οι κυνηγοί μου, ας πούμε, έχουν κάποια τελετουργία. Χορεύουν κάθε Πέμπτη με τα κορίτσια του χωριού. Έτσι η Πέμπτη είναι υπέροχη μέρα! Πάω και μια βόλτα ως το αμπέλι. Αν όμως χόρευαν οι κυνηγοί όποτε να ‘ναι, όλες οι μέρες θα ‘ταν ίδιες, κι εγώ δε θα ‘χα ανάπαυλα ούτε στιγμή».

Έτσι ο μικρός πρίγκιπας εξημέρωσε την αλεπού. Και όταν πλησίασε η ώρα που θα έφευγε:

«Αχ!» είπε η αλεπού. «Θα κλάψω».

«Εσύ φταις» είπε ο μικρός πρίγκιπας, «εγώ δεν ήθελα το κακό σου, εσύ όμως ήθελες να σε εξημερώσω…»

«Και βέβαια» είπε η αλεπού.

«Όμως θα βάλεις τα κλάματα!» είπε ο μικρός πρίγκιπας.

«Και βέβαια» είπε η αλεπού.

«Επομένως δεν κέρδισες τίποτα!»

«Κέρδισα» είπε η αλεπού, «κέρδισα το χρώμα του σιταριού!»

Και πρόσθεσε:

«Πήγαινε να ξαναδείς τα τριαντάφυλλα. Θα καταλάβεις ότι το δικό σου είναι μοναδικό στον κόσμο. Όταν ξανάρθεις να με αποχαιρετίσεις θα σου χαρίσω ένα μυστικό».

the-little-prince-9952262

Ο μικρός πρίγκιπας πήγε να ξαναδεί τα τριαντάφυλλα.

«Δε μοιάζετε καθόλου με το τριαντάφυλλό μου, δεν είστε ακόμα τίποτα» τους είπε. «Κανένας δε σας εξημέρωσε και δεν εξημερώσατε κανέναν. Είστε όπως ήταν η αλεπού μου. Μια αλεπού σαν εκατό χιλιάδες άλλες. Γίναμε όμως φίλοι και τώρα είναι μοναδική στον κόσμο».

Και τα τριαντάφυλλα στενοχωρήθηκαν.

«Είστε όμορφα, μα είστε άδεια» τους είπε ακόμα. «Κανένας δε θα πεθάνει για χάρη σας. Βέβαια, ένας τυχαίος, περαστικός, θα νόμιζε ότι το δικό μου σας μοιάζει. Όμως εκείνο, μόνο του, είναι πολύ πιο σπουδαίο απ’ ό,τι είστε όλα μαζί. Γιατί εκείνο το πότισα. Γιατί εκείνο το έβαλα κάτω απ’ τη γυάλα. Γιατί εκείνο το προστάτεψα απ’ τον αέρα. Γιατί για χάρη του σκότωσα τις κάμπιες (εκτός από δυο τρεις που άφησα για να γίνουν πεταλούδες). Γιατί εκείνο το άκουσα να μου παραπονιέται ή να παινεύεται ή και, καμιά φορά, να σωπαίνει. Γιατί είναι το τριαντάφυλλό μου.»

Και ξαναγύρισε στην αλεπού.

«Αντίο» της είπε…

«Αντίο» είπε η αλεπού. «Άκου το μυστικό μου. Είναι πολύ απλό: Μόνο με την καρδιά βλέπεις καλά. Την ουσία δεν τη βλέπουνε τα μάτια».

«Την ουσία δεν τη βλέπουνε τα μάτια» επανέλαβε κι ο μικρός πρίγκιπας για να το θυμάται.

«Ο καιρός που αφιέρωσες στο τριαντάφυλλό σου είναι που κάνει το τριαντάφυλλο τόσο σημαντικό».

«Ο καιρός που αφιέρωσα στο τριαντάφυλλό μου…» είπε κι ο μικρός πρίγκιπας για να το θυμάται.

«Οι άνθρωποι έχουν ξεχάσει αυτή την αλήθεια» είπε η αλεπού. «Εσύ όμως δεν πρέπει να την ξεχάσεις. Θα ‘σαι για πάντα υπεύθυνος για ‘κείνα που έχεις εξημερώσει. Είσαι υπεύθυνος για το τριαντάφυλλό σου…»

«Είμαι υπεύθυνος για το τριαντάφυλλό μου…» επανέλαβε ο μικρός πρίγκιπας για να το θυμάται.

Antoine de Saint Exupéry, 1943

OPENBOOK, Ανοικτή Βιβλιοθήκη Λογοτεχνίας

Σχολιάστε

Το Openbook είναι μια Ανοικτή διαδικτυακή Βιβλιοθήκη Λογοτεχνίας. Όλα τα βιβλία που περιέχονται στον κατάλογό της διανέμονται ελεύθερα και νόμιμα στο διαδίκτυο από τους δημιουργούς ή τους εκδοτικούς οίκους.

Πεζογραφία, ποίηση, ξένη λογοτεχνία, παιδική λογοτεχνία, δοκίμια, λευκώματα και κλασική λογοτεχνία. Σε κάθε ενότητα τα βιβλία είναι ταξινομημένα με βάση το όνομα του συγγραφέα.

Older Entries