Αρχική

«Η ευλογία της έλλειψης», Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ

Σχολιάστε

Ευγνωμονώ τις ελλείψεις μου,
ό,τι μου λείπει με προστατεύει
από κείνο που θα χάσω,
όλες οι ικανότητές μου
που ξεράθηκαν στο αφρόντιστο χωράφι της ζωής
με προφυλάσσουν από κινήσεις στο κενό
άχρηστες, ανούσιες…
Ό,τι μου λείπει με διδάσκει
ό,τι μου ‘χει απομείνει
μ’ αποπροσανατολίζει
γιατί μου προβάλλει εικόνες απ’ το παρελθόν
σαν να ‘ταν υποσχέσεις για το μέλλον.
Δεν μπορώ, δεν τολμώ
ούτ’ έναν άγγελο περαστικό
να φανταστώ γιατί εγώ
σ’ άλλον πλανήτη, χωρίς αγγέλους
κατεβαίνω.
Η αγάπη, από λαχτάρα που ήταν
έγινε φίλη καλή
μαζί γευόμαστε τη μελαγχολία του Χρόνου.
Στέρησέ με –παρακαλώ το Άγνωστο–
στέρησέ με κι άλλο
για να επιζήσω.

Από τη συλλογή «Η ανορεξία της ύπαρξης», 2011
Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ

«Απολογισμός», Κική Δημουλά

Σχολιάστε

Δυο στήλες χαρακώστε
για τις ζημιές της μέρας τούτης
και τα κέρδη της.

Τα σοβαρά νοήματα,
τις φωτεινές σας σκέψεις, τα διαβάσματα,
τ’ από τη μια γραμμή στην άλλη
άτεγκτα περάσματα,
στη στήλη των κερδών να σημειώσετε.

Τα ονειροπολήματα
με τα μικρά τους χάσματα,
της φαντασίας σας τα εύκολα πηδήματα,
για όλα αυτά της πλήξης τα τεχνάσματα,
δεν ξέρω, μη βιασθείτε,
ίσως των αυριανών κερδών τη στήλη χρειασθείτε.

Μα την ημέρα ολόκληρη που έφυγε
μη γελαστείτε και ξεχάσετε
στη στήλη των τρανών απωλειών
να την περάσετε.

(Από τη Συλλογή «Έρεβος», 1956)
Κική Δημουλά, Ποιήματα, Ίκαρος 1998

«Φωτογραφία 1948», Κική Δημουλά

Σχολιάστε

Κρατώ λουλούδι μάλλον.
Παράξενο.
Φαίνετ’ απ’ τη ζωή μου
πέρασε κήπος κάποτε.

Στο άλλο χέρι
κρατώ πέτρα.
Με χάρη και έπαρση.
Υπόνοια καμιά
ότι προειδοποιούμαι γι’ αλλοιώσεις,
προγεύομαι άμυνες.
Φαίνετ’ απ’ τη ζωή μου
πέρασε άγνοια κάποτε.

Χαμογελώ.
Η καμπύλη του χαμόγελου,
το κοίλο αυτής της διαθέσεως,
μοιάζει με τόξο καλά τεντωμένο,
έτοιμο.
Φαίνετ’ απ’ τη ζωή μου
πέρασε στόχος κάποτε.
Και προδιάθεση νίκης.

Το βλέμμα βυθισμένο
στο προπατορικό αμάρτημα:
τον απαγορευμένο καρπό
της προσδοκίας γεύεται.
Φαίνετ’ απ’ τη ζωή μου
πέρασε πίστη κάποτε.

Η σκιά μου, παιχνίδι του ήλιου μόνο.
Φοράει στολή δισταγμού.
Δεν έχει ακόμα προφθάσει να είναι
σύντροφός μου ή καταδότης.
Φαίνετ’ απ’ τη ζωή μου
πέρασ’ επάρκεια κάποτε.

Συ δεν φαίνεσαι.
Όμως για να υπάρχει γκρεμός στο τοπίο,
για να’ χω σταθεί στην άκρη του
κρατώντας λουλούδι
και χαμογελώντας,
θα πει πως όπου να’ ναι έρχεσαι.
Φαίνετ’ απ’ τη ζωή μου
ζωή πέρασε κάποτε.

(Από τη συλλογή «Το λίγο του κόσμου», 1971)
Κική Δημουλά, Ποιήματα, Ίκαρος 1998

«Ιδιωτική οδός», Οδυσσέας Ελύτης

Σχολιάστε

Η ιδιωτική οδός κόβει μεσ’ απ’ τον χρόνο. Πας πιο γρήγορα σπίτι σου από την Κωνσταντινούπολη. Και πάλι, το σπίτι σου δεν είναι ακριβώς εκείνο πού ήξερες. Είναι μια αγροικία μεγάλη με διπλές πέτρινες σκάλες σαν εκείνη του Πούσκιν στην Κριμαία. Παράδειγμα στην τύχη φέρνω.
Κάποτε συμβαίνει να προλαβαίνεις τα πράγματα στην παιδική τους ηλικία: το αυλιδάκι, το κουζινάκι, τη λεμονίτσα, τις λιμνούλες. Αντιλαμβάνεσαι πόσο λίγη σημασία έχει ο χρόνος, αν δεν είσαι ληξίαρχος. Και ρίχνεις την καθετή σου μέσα στα γεγονότα για ν’ ανασύρεις, απλώς, λίγην ευφράδεια νερών, μιαν αντανάκλαση, μια κυανή διαφάνεια. Τ’ άλλα, και δη σε κατάσταση ωμή, σου είναι άχρηστα. Βγάνουν συμφέρον, οξυγόνο δε βγάνουν. Κι η φρόνηση της ελαίας από κοντά.
Είναι ανοιχτή για τον καθένα μας η ιδιωτική του οδός. Και όμως· την ακολουθούν ελάχιστοι. Μερικοί, μόνον όταν συμβεί μια ή δυο φορές στη ζωή τους να είναι ερωτευμένοι. Κι οι υπόλοιποι ποτέ. Είναι αυτοί που αποχωρούν μια μέρα από τη ζωή χωρίς να έχουν πάρει καν είδηση τι τους συνέβη. Και είναι κρίμας. Είναι κρίμας αυτός ο ισόβιος εγκλεισμός στην κιβωτό της Ανάγκης, με καθηλωμένες τις αισθήσεις σε υπηρετικό επίπεδο.

(Εκδόσεις Ύψιλον, 1990)

«Τα παιδιά σου δεν είναι παιδιά σου…»

Σχολιάστε

Τα παιδιά σου δεν είναι παιδιά σου
Είναι οι γιοι και οι κόρες της λαχτάρας της Ζωής για τη Ζωή.
Δημιουργούνται διαμέσου εσένα, αλλά όχι από σένα
Κι αν και βρίσκονται μαζί σου, δε σου ανήκουν.
Μπορείς να τους δώσεις την αγάπη σου, αλλά όχι τις σκέψεις σου
Αφού ιδέες έχουν δικές τους.
Μπορείς να δίνεις μια στέγη στο σώμα τους, αλλά όχι και στις ψυχές τους
Αφού οι ψυχές τους κατοικούν στο σπίτι του αύριο
που εσύ δεν πρόκειται να επισκεφτείς ούτε και στα όνειρά σου.
Μπορείς να προσπαθήσεις να τους μοιάσεις
αλλά μη γυρέψεις να τα κάνεις σαν εσένα
Αφού η ζωή δεν πάει προς τα πίσω ούτε ακολουθεί στο δρόμο του το χτες
Είσαι το τόξο από το οποίο τα παιδιά σου
ωσάν ζωντανά βέλη ξεκινάνε για να πάνε μπροστά….
Ο τοξότης βλέπει το ίχνος της τροχιάς προς το άπειρο
και κομπάζει ότι με τη δύναμή του
τα βέλη του μπορούν να πάνε γρήγορα και μακριά.
Ας χαροποιεί τον τοξότη ο κομπασμός του
Αφού ακόμα κι αν αγαπάει το βέλος που πετάει
έτσι αγαπά και το βέλος που μένει στάσιμο.

Kahlil Gibran, 1923

«Έμμεση αδράνεια», Κική Δημουλά

1 σχόλιο

Ευλογημένο να ‘ναι το Εμπόδιο
και τρισευλογημένο.
Δέντρο ισκιερής δικαιολογίας
ότι δεν φταίμ’ εμείς,
να βρίσκει δροσερήν αθώωση
ο λιποτάκτης Χειρισμός,
να κολατσίζει με το πάσο της
το μεροκαματιάρικο άλλοθί της
η Αλλοτρίωση μας.

(Από τη Συλλογή «Το τελευταίο σώμα μου», 1981)
Κική Δημουλά, Ποιήματα, Ίκαρος 1998

Σώπα, δάσκαλε, ν’ ακούσουμε το πουλί!

Σχολιάστε

Στην Τρίτη τάξη είχαμε δάσκαλο τον Περίανδρο Κρασάκη. Αυτός είχε μανία με την καθαριότητα. Κάθε μέρα επιθεωρούσε τα χέρια μας, τα αυτιά μας, τη μύτη, τα δόντια, τα νύχια. Δεν έδερνε, δεν παρακαλούσε, μα έλεγε:

Ζώα, αν δεν πλένεστε κάθε μέρα με σαπούνι, δε θα γίνετε ποτέ σας ανθρώποι. Τι θα πει μαθές άνθρωπος; Αυτός που πλένεται με σαπούνι. Τα μυαλό δε φτάνει, κακομοίρηδες, χρειάζεται και σαπούνι. Πώς θα παρουσιαστείτε στο Θεό με τέτοια χέρια; Πηγαίνετε έξω στην αυλή να πλυθείτε.

Ώρες μας έπαιρνε τ’ αυτιά ποια φωνήεντα είναι μακρά, ποια βραχέα και τι τόνο να βάλουμε, οξεία ή περισπωμένη. Κι εμείς ακούγαμε τις φωνές στο δρόμο, τους μανάβηδες, τους κουλουρτζήδες, τα γαϊδουράκια που γκάριζαν και τις γειτόνισσες που γελούσαν και περιμέναμε πότε να χτυπήσει το κουδούνι, να γλιτώσουμε. Κοιτάζαμε το δάσκαλο να ιδρώνει απάνω στην έδρα, να λέει, να ξαναλέει και να θέλει να καρφώσει στο μυαλό μας τη γραμματική, μα ο νους μας ήταν έξω στον ήλιο και στον πετροπόλεμο. Γιατί πολύ αγαπούσαμε τον πετροπόλεμο και συχνά πηγαίναμε στο σκολειό με το κεφάλι σπασμένο.

Μια μέρα, ήταν άνοιξη, χαρά Θεού, τα παράθυρα ήταν ανοιχτά κι έμπαινε η μυρωδιά από μιαν ανθισμένη μανταρινιά στο αντικρινό σπίτι. Το μυαλό μας είχε γίνει κι αυτό ανθισμένη μανταρινιά και δεν μπορούσαμε πια ν’ ακούμε για οξείες και περισπωμένες. Κι ίσια ίσια ένα πουλί είχε καθίσει στο πλατάνι της αυλής του σκολειού και κελαηδούσε. Τότε πια ένας μαθητής, χλωμός, κοκκινομάλλης, που ’χε έρθει εφέτο από το χωριό, Νικολιό τον έλεγαν, δε βάσταξε, σήκωσε το δάχτυλο:

Σώπα, δάσκαλε, φώναξε. Σώπα, δάσκαλε, ν’ ακούσουμε το πουλί!

(από το μυθιστόρημα του Νίκου Καζαντζάκη «Αναφορά στον Γκρέκο»)

Older Entries